Περιοχή Ασπροποτάμου

 

 

Ο Ασπροπόταμος

Στην καρδιά της Νότιας Πίνδου, μέσα από τα έγκατα του όρους Λάκμος (Περιστέρι), πηγάζει ο Αχελώος. Τα κρυστάλλινα νερά του εγκαταλείπουν τη ζεστή αγκαλιά της γης και ακολουθούν μια περιπετειώδη διαδρομή διασχίζοντας βαθιά φαράγγια και πυκνά δάση, κυλώντας κάτω από βραχώδης ράχες και χιονισμένες κορυφές, σχηματίζοντας αφρισμένους καταρράκτες και γαλήνιες λίμνες, συναντώντας παλιά πέτρινα γεφύρια και ξεχασμένα γραφικά χωριουδάκια, ποτίζοντας καταπράσινα λιβάδια και απέραντες πεδιάδες, ξεδιψώντας άγρα ζώα και σκληροτράχηλους ανθρώπους. Το αέναο βουητό των ορμητικών νερών του αντηχεί στις απότομες πλαγιές των γύρω βουνών σαν αποχαιρετιστήριο τραγούδι στη γη που τον γέννησε, συνεχίζοντας το μακρύ του ταξίδι ως το Ιόνιο Πέλαγος.


Οι ντόπιοι τον αποκαλούν Ασπροπόταμο εξαιτίας των αφρισμένων ορμητικών νερών του. Πολλές είναι οι ιστορίες που έχουν γραφτεί, πολλοί οι θρύλοι που έχουν ειπωθεί και πολλά τα τραγούδια που έχουν τραγουδηθεί για την ορμή, τη δύναμη και τη μαγεία των νερών αυτού του ποταμού. Και αν κάποια από αυτά περικλείουν ίσως έναν βαθμό υπερβολής η αλήθεια είναι ότι ο Αχελώος είναι ένας «θεϊκός» ποταμός έχοντας καθορίσει την εξέλιξη της ανθρώπινης παρουσίας και του πολιτισμού στις περιοχές από τις οποίες διέρχεται.


Κατά την αρχαιότητα ο Αχελώος λατρεύονταν ως θεός και οι άνθρωποι, τρομοκρατημένοι από την ορμή και τη δύναμη των νερών του, έκαναν δεήσεις για να τον εξευμενίσουν. Σύμφωνα με τη μυθολογία θεωρούνταν γιος του Ωκεανού και της Τηθύος (Γαίας) ή, κατά μια άλλη εκδοχή, γιος του Ωκεανού και της νύμφης Ναϊάδας καθώς επίσης, πατέρας των Σειρήνων και των νυμφών Καλλιρόη, Κόρινθος, Κασταλία, Δίρκη και Πειρήνη.

Ο Αχελώος ερωτεύτηκε την όμορφη Δηιάνειρα, κόρη του Οινέα της Καλυδώνας και την απήγαγε. Ο Ηρακλής σταλμένος για να σώσει την κοπέλα νίκησε τον Αχελώο, ο οποίος είχε μεταμορφωθεί σε μεγάλο ταύρο, ξεριζώνοντάς του το ένα κέρατο. Τότε ο Αχελώος παραδεχόμενος την ήττα του ζήτησε πίσω το κέρατο και ο Ηρακλής ζήτησε για αντάλλαγμα το Κέρας της Αμάλθειας, κατσίκας των Θεών το οποίο αποτέλεσε το σύμβολο της αφθονίας.

Ο Αχελώος ή Ασπροπόταμος είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος ποταμός στην Ελλάδα με μήκος 220 χιλιόμετρα, ο οποίος διασχίζοντας τους νομούς Τρικάλων, Καρδίτσας, Άρτας, Ευρυτανίας, και Αιτωλοακαρνανίας εκβάλει στο Ιόνιο Πέλαγος, κοντά στις Εχινάδες Νήσους.

 

 

Η περιοχή

Παραδοσιακά τοξωτά γεφύρια πάνω από ορμητικά ρέματα, παλιά ξωκλήσια φωλιασμένα μέσα σε πυκνά δάση, ξύλινες στάνες σκαρφαλωμένες σε απομακρυσμένα οροπέδια και πέτρινες βρύσες διάσπαρτες σε διάφορες γωνιές, αποτελούν όλα χαρακτηριστικά της γύρω περιοχής. Επιπλέον, κατά μήκος του ποταμού πολλά γραφικά χωριουδάκια στέκουν περήφανα σε απόλυτη αρμονία με το φυσικό τοπίο, φύλακες των παραδόσεων και υπερασπιστές του παρελθόντος. Συνδέονται μεταξύ τους όχι μόνο μέσω του ποταμού αλλά και λόγω της κοινής βλάχικης καταγωγής των κατοίκων τους.


Οι Βλάχοι, ή Αρωμούνοι, είναι μια ελληνική δίγλωσση φυλή, απόγονοι των Λατινόφωνων Ελλήνων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία απαντάται κυρίως στις ορεινές περιοχές της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Μακεδονίας. Κατά τους προηγούμενους αιώνες οι κύριες ασχολίες των Βλάχων ήταν η κτηνοτροφία, το εμπόριο και οι μεταφορές, δραστηριότητες που απαιτούσαν συνεχείς μετακινήσεις και τους ανάγκαζαν να ζουν με νομαδικό τρόπο έχοντας δημιουργήσει πολλούς οικισμούς σε διάφορες περιοχές.

Στην ευρύτερη περιοχή λειτουργούν πολυτελή ξενοδοχεία, φιλόξενοι ξενώνες, εστιατόρια, ταβέρνες, παραδοσιακά καφενεδάκια, καφετέριες και μαγαζάκια με τοπικά προϊόντα και αναμνηστικά.

 

 

Τα κυριότερα χωριά

 

Γαρδίκι

Το Γαρδίκι ατενίζει τον Ασπροπόταμο από υψόμετρο 1100 μέτρων στη νοτιοανατολική πλαγιά της Κακαρδίτσας (2429 μ.), το ψηλότερο βουνό της Νότιας Πίνδου. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα ορεινά χωριά του Νομού Τρικάλων αριθμώντας περίπου 850 σπίτια από τα οποία όμως τα περισσότερα κατοικούνται μόνο το καλοκαίρι όταν ο πληθυσμός του αγγίζει τους 4000 κατοίκους. Επίσης στο χωριό ανήκει και ο οικισμός Παλαιοχώρι ή Κεράσοβο. Το Γαρδίκι απέχει 80 χιλιόμετρα από τα Τρίκαλα και 62 από την Πύλη και είναι προσβάσιμο μέσω της εντυπωσιακής γέφυρας του Αλεξίου.  


Πήρε το όνομά του από τη Βλάχικη λέξη «γκαρντίστι», παραφθορά της Λατινικής «γκάρντα», που σημαίνει φρούριο. Η ονομασία περιγράφει πολύ εύστοχα το χωριό το οποίο, περιτριγυρισμένο από επιβλητικά βουνά, μοιάζει με οχυρό και είναι ορατό μόνο από τον κεντρικό δρόμο που περνάει απέναντί του. Στην περιοχή του Παλαιοχωρίου έχουν ανακαλυφθεί τα ερείπία της αρχαίας πρωτεύουσας του Βασιλείου της Αθαμανίας καθώς και νομίσματα με την επιγραφή Αθαμάνες. Ο πρώτος βασιλιάς της Αθαμανίας ήταν ο Αθάμας. Η παλαιότερη αναφορά του χωριού με τη σημερινή του ονομασία είναι κατά την πρώτη επίσημη απογραφή των Τούρκων το 1454, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης και την κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Με την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881 το Γαρδίκι εξελίχθηκε σε κεφαλοχώρι και αποτέλεσε την έδρα του παλιού Δήμου Αθαμανών, ο οποίος καταργήθηκε το 1912.

 

Χαλίκι

Στα σύνορα της Θεσσαλίας με την Ήπειρο, στη σκιά του επιβλητικού όρους Λάκμος ή Περιστέρι (2295 μ.), από όπου πηγάζει ο Ασπροπόταμος, βρίσκεται το Χαλίκι. Χτισμένο σε υψόμετρο 1160 μέτρων αποτελεί το δυτικότερο χωριό των Τρικάλων και της Θεσσαλίας. Απέχει 97 χιλιόμετρα από τα Τρίκαλα, μέσω Πύλης, και 66 από την Καλαμπάκα, έχοντας ως μόνιμο πληθυσμό 150 κατοίκους, οι οποίοι αυξάνονται το καλοκαίρι. Διασχιζόμενο από τα αφρισμένα νερά του Ασπροποτάμου, οι όχθες του οποίου ενώνονται με δυο πέτρινα τοξωτά γεφύρια, αυτό το γραφικό χωριό με τα παραδοσιακά αρχοντικά, τα πλακόστρωτα σοκάκια, τις παλιές εκκλησίες και τις πέτρινες βρύσες καθίσταται ένα στολίδι φτιαγμένο από ανθρώπινο χέρι, κρυμμένο βαθιά στην καρδιά της Νότιας Πίνδου.


Το χωριό πήρε την ονομασία του από τα χαρακτηριστικά λευκά χαλίκια του Αχελώου. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, το όνομα Χαλίκι είναι παραφθορά της λέξης Χαλκίς, αρχαία πόλη του Βασιλείου της Αθαμανίας, χτισμένη στη σημερινή τοποθεσία του χωριού. Επίσης, η περιοχή αναφέρεται ως Χαλκίς στο χρυσόβουλο του βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρόνικου Παλαιολόγου το 1331 και θεωρούνταν ως μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Πίνδου. Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής, το Χαλίκι αποτέλεσε την έδρα του Βλαχοπασά Δημάκη ο οποίος διοικούσε με σκληρότητα επιβάλλοντας βαρείς φόρους στους κατοίκους. Λέγεται μάλιστα ότι ο Κοσμάς ο Αιτωλός κατά το πέρασμά του από το χωριό, αφού λειτούργησε την εκκλησία, κατέκρινε τον Δημάκη για τις πράξεις του και προέβλεψε το άσχημο τέλος του.

 

Κρανιά

Χτισμένη σε υψόμετρο 1140 μέτρων, ανάμεσα στα βουνά Τριγγία (2204 μ.), Μπούτζα (2144 μ.) και Κάλτσα (2058 μ.), η Κρανιά είναι ένα όμορφο χωριό με μεγάλη ιστορία και πλούσια πολιτιστική κληρονομιά. Ο Κρανιώτικος, παραπόταμος του Ασπροποτάμου, ο οποίος σχηματίζεται από τα άφθονα συσσωρευμένα νερά των γύρω βουνών, χωρίζει το χωριό στα δύο ενώ αποτελεί ιδανικό βιότοπο της πέστροφας. Επιπλέον, η Κρανιά περιβάλλεται από πλούσια δάση ελάτης, πεύκης και οξιάς στα οποία βρίσκουν καταφύγιο μερικά από τα σπανιότερα είδη της ελληνικής πανίδας όπως, η καφέ αρκούδα και ο λύκος. Ο πληθυσμός της είναι 360 κάτοικοι όμως, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού υπερβαίνει τους 3000, συμπεριλαμβανομένων των οικισμών Δολιανά, Κονάκια και Κουκουφλί. Απέχει 89 χιλιόμετρα από τα Τρίκαλα, μέσω Πύλης, και 58 από την Καλαμπάκα.


Το χωριό οφείλει την ονομασία του στην ενδημική παρουσία του ομώνυμου καρποφόρου δέντρου. Η πρώτη γραπτή αναφορά του χωριού με την ονομασία Κρανιά είναι το 1520 στα ιστορικά αρχεία της Μονής της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος των Μετεώρων, οπότε εικάζεται ότι το χωριό χτίστηκε μεταξύ 1460 και 1520 αριθμώντας περίπου 30 οικογένειες. Η επόμενη αναφορά είναι το 1614 στα αρχεία της Μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων η οποία περιλαμβάνει και τα ονόματα των κατοίκων που έγιναν δωρητές του μοναστηριού. Το 1720 το χωριό εγκαταλείφθηκε προσωρινά εξαιτίας επιδημίας πανούκλας και ξανακατοικήθηκε αργότερα από μεγαλύτερο αριθμό οικογενειών. Έφτασε στην ακμή του την περίοδο μεταξύ 1885 και 1943, αριθμώντας 4000 κατοίκους, έχοντας μεγάλη παραγωγή κτηνοτροφικών προϊόντων, ανεπτυγμένη οικοτεχνία, εξαιρετικές εμπορικές δραστηριότητες και μεταφορές. Επίσης, ήταν γνωστή για τα υφαντά της, τα περίφημα κρανιώτικα σκουτιά. Η Κρανιά λεηλατήθηκε επανειλημμένα από Αρβανίτες, Τούρκους και Γερμανούς, όμως η πρώτη φορά ήταν το 1824 από τον Έλληνα οπλαρχηγό των Αγράφων, και μετέπειτα ήρωα της ελληνικής επανάστασης, Γεώργιο Καραϊσκάκη. Όμως, το πιο τραγικό κεφάλαιο της ιστορίας της ήταν το Οκτώβριο του 1943 όταν τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στο χωριό και αφού ανακάλυψαν τους ομαδικούς τάφους των Γερμανών στρατιωτών που είχαν σκοτωθεί σε προηγούμενες μάχες, το πυρπόλησαν ολόκληρο και εκτέλεσαν εν ψυχρώ τους 7 μοναδικούς υπερήλικες κατοίκους του για εκδίκηση.

 

Ανθούσα

Η Ανθούσα δεσπόζει στις δασώδεις πλαγιές του όρους Κέδρος, σε υψόμετρο 1100 μέτρων, 97 χιλιόμετρα από τα Τρίκαλα, μέσω Πύλης, και 62 από την Καλαμπάκα. Ο πληθυσμός της είναι 300 κάτοικοι, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων διαμένει στο χωριό μόνο κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Πρόκειται για ένα γραφικό χωριουδάκι με παραδοσιακά αρχοντικά, από τα οποία ξεχωρίζει το Αρχοντικό Παπαστεργίου (1877), παλιές εκκλησίες, πλακόστρωτα σοκάκια και τοξωτά γεφύρια, περιτριγυρισμένο από πυκνά δάση ελάτης και οξιάς ενώ, οι πολυάριθμες λιθόκτιστες βρύσες του αποτελούν το κυριότερο χαρακτηριστικό του.


Το χωριό χτίστηκε στο πρώτο τέταρτο του 18ου αιώνα (1700-1725) με το όνομα Λεπενίτσα και κατά την περίοδο της ακμής του αναπτύχθηκε η τέχνη της χρυσοχοΐας και η κτηνοτροφία. Επιπλέον, είχε σημαντική συνεισφορά στην ελληνική επανάσταση καθώς αποτελεί τη γενέτειρα των ηρώων Μήτρου Σίμου, πρωτοπαλίκαρου του Αθανασίου Διάκου, και του Θοδωράκη Γρίβα ενώ επίσης, ο ήρωας Κατσαντώνης κατέφυγε και έδρασε στην περιοχή. Σύμφωνα με την απογραφή των Τούρκων το 1820 το χωριό είχε 20 σπίτια. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881, αποτέλεσε τμήμα του Δήμου Λάκμωνα, αριθμώντας 318 κατοίκους ενώ, το 1928 μετονομάστηκε σε Ανθούσα.

 

 

Αξιοθέατα

 

Ιερά Μονή Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (Δολιανών)

Η συγκεκριμένη εκκλησία αποτελεί το σύμβολο ολόκληρης της περιοχής του Ασπροποτάμου εξαιτίας της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής της που την καθιστά μοναδική στην Ελλάδα. Πρόκειται για μια τρίκλιτη βασιλική με τρεις ημικυκλικές αψίδες στην ανατολική πλευρά και τρεις αψίδες σε κάθε μακριά πλευρά. Καλύπτεται από στέγη σχιστόλιθου πάνω στην οποία ορθώνονται δώδεκα τρούλοι διαφόρων μεγεθών οι οποίοι, σύμφωνα με την παράδοση, είναι αφιερωμένοι στους μαθητές του Χριστού. Επίσης, εξωτερικά υπάρχουν ανάγλυφες παραστάσεις. Το εσωτερικό του ναού είναι ανεπίχριστο με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν αγιογραφίες, αναδεικνύοντας έτσι τη λίθινη φυσιογνωμία του ενώ, στο εσωτερικό του Ιερού Βήματος διαμορφώνεται σύνθρονο και επισκοπικός θρόνος.


Η περίοδος κατασκευής του εκτιμάται περίπου κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα με πιθανότερη χρονολογία το 1770. Από έγγραφες μαρτυρίες φαίνεται ότι μεταξύ 1792 και 1924 λειτούργησε ως μοναστήρι ενώ, το 1943 καταστράφηκε από τους Γερμανούς. Σύμφωνα με μια λιθανάγλυφη επιγραφή κτήτορας του ναού είναι ο Γιανούσος Γκουγκουζής από το χωριό Βεντίστα (σημερινός Αμάραντος) Ασπροποτάμου. Η εκκλησία βρίσκεται φωλιασμένη σε ένα μικρό οροπέδιο περιτριγυρισμένο από ψηλά έλατα, 1,5 χιλιόμετρο από τον οικισμό Δολιανά και 2 χιλιόμετρα από την Κρανιά και έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού.

 

Μοναστήρι της  Παναγίας Γαλακτοτροφούσας

Το Μοναστήρι της Παναγίας Γαλακτοτροφούσας δεσπόζει στη συμβολή των παραποτάμων του Αχελώου, Χαλικιώτικος και Λεπενιτσιώτικος, σε μια καταπράσινη τοποθεσία 3 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Ανθούσας. Θεμελιώθηκε το 1799 και είναι αφιερωμένο στη Θεοτόκο, η εικόνα της οποίας μεταφέρθηκε από τη Βενετία στην Ανθούσα το 1761. Πάνω από τον γυναικωνίτη υπάρχει ξωκλήσι στη μνήμη της επιτομής της κεφαλής του Ιωάννη του Προδρόμου και γιορτάζεται στις 29 Αυγούστου.

Το μοναστήρι ονομάστηκε Γαλακτοτροφούσα επειδή στην περιοχή σμίγανε οι κτηνοτρόφοι του Λάκμου και των Τζουμέρκων με τα κοπάδια τους και αφού άναβαν ένα κερί στην προστάτιδά τους Παναγία συνέχιζαν από κοινού τη δύσκολη πορεία τους για τα βουνά. Το 1943 καταστράφηκε από τα Γερμανικά στρατεύματα και αναστηλώθηκε μετά την κατοχή, ενώ σήμερα έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού.

 

Γεφύρι του Μίχου

Λίγα μέτρα έξω από την Ανθούσα, πάνω από τον Ασπροπόταμο, στέκεται περήφανα η γέφυρα του Μίχου. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό πέτρινο γεφύρι με δύο τόξα, το οποίο συνδέει, μέσω του παλιού μονοπατιού, το χωριό με το Μοναστήρι της Παναγίας της Γαλακτοτροφούσας. Το άνοιγμα των τόξων του είναι 12,5 μέτρα για το μεγάλο και 3,7 μέτρα για το μικρό, ενώ δεν υπάρχουν πληροφορίες για την περίοδο κατασκευής του.

 

Γεφύρι της Ανθούσας

Ανεγειρόμενο στα μέσα του 18ου αιώνα, βρίσκεται στην είσοδο της Ανθούσας, γεφυρώνοντας τις όχθες του Λεπενίτση, παραπόταμο του Ασπροποτάμου. Πρόκειται για ένα όμορφο πέτρινο γεφύρι με άνοιγμα τόξου 7,3 μέτρα.

 

Γεφύρι του Άσπρου

Στέκεται αγέρωχο πάνω από τον Άσπρο, παραπόταμο του Ασπροποτάμου, στην είσοδο του χωριού Χαλίκι. Πρόκειται για ένα πέτρινο γεφύρι, θεμελιωμένο τον 14ο αιώνα, σε έναν βράχο, με άνοιγμα τόξου 6,7 μέτρα.

 

Γεφύρι της Καπραρίας

Είναι ένα παραδοσιακό πέτρινο γεφύρι το οποίο κατασκευάστηκε γύρω στο 1500. Βρίσκεται στο Χαλίκι, στον ποταμό Καπραρία, παραπόταμο του Ασπροποτάμου, ενώνοντας το χωριό με την Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.

 

Γεφύρι του Φίλου

Σε μια όμορφη τοποθεσία, 2,5 χιλιόμετρα από το Χαλίκι, όπου κυλάει ο Άσπρος, παραπόταμος του Ασπροποτάμου, βρίσκεται το γεφύρι του Φίλου. Πρόκειται για ένα πέτρινο κατασκεύασμα, με άνοιγμα τόξου 8 μέτρων, ανεγειρόμενο από τον κάτοικο του Χαλικιού Μιχάλη Φίλο, τον 18ο αιώνα για τη σύνδεση του χωριού με το Μέτσοβο.

 

Γεφύρι της Κατούνας

Βρισκόμενο στην είσοδο της Κρανιάς, συνδέει τους δύο μαχαλάδες του χωριού οι οποίοι χωρίζονται από τον ποταμό Κρανιώτικο. Πρόκειται για ένα παραδοσιακό πέτρινο γεφύρι με άνοιγμα τόξου 15 μέτρα το οποίο πήρε το όνομά του από μια βρύση που βρίσκεται κοντά στο σημείο.

 

Γεφύρι του Γκίκα

Είναι ένα μικρό πέτρινο κατασκεύασμα με άνοιγμα τόξου 7,6 μέτρα, γεφυρώνοντας τις όχθες του ποταμού Κρανιώτικου. Χτίστηκε το 1887, ένα χιλιόμετρο έξω από την Κρανιά, δίπλα στον μύλο του Ντούλα Γκίκα, στον οποίο οφείλει το όνομά του.

 

Δασικός σταθμός Κουκουφλί

Ο δασικός σταθμός Κουκουφλί βρίσκεται σε υψόμετρο 1100 μέτρων, δίπλα στον κύριο δρόμο και το ποτάμι, 48 χιλιόμετρα από την Καλαμπάκα και 6 από την Κρανιά. Πρόκειται για έναν μικρό οικισμό αποτελούμενο από ξύλινα και πέτρινα σπιτάκια, κοινόχρηστα κτίρια, γραφεία, εκκλησία, λιθόχτιστες βρύσες και χώρο αναψυχής, ο οποίος χρησιμοποιείται για τη στέγαση των δασοφυλάκων. Στο σταθμό λειτουργεί εκτροφείο πέστροφας στο οποίο αναπαράγονται κάθε χρόνο περίπου 80.000 γόνοι οι οποίοι χρησιμοποιούνται για τον εμπλουτισμό της πανίδας των ορεινών ποταμών. Ο Ασπροπόταμος αποτελεί άριστο βιότοπο αριθμώντας τον μεγαλύτερο πληθυσμό πέστροφας στην Ελλάδα.

 

Τρία Ποτάμια

Ανάμεσα στις επιβλητικές κορυφές και τα πυκνά δάση της Νότιας Πίνδου, σε υψόμετρο 900 μέτρων, υπάρχει ένα μέρος όπου το μεγαλείο της φύσης ξεδιπλώνεται διάπλατα. Πρόκειται για το σημείο συνάντησης των ποταμών Κρανιώτικος και Ασπρόρεμα, δημιουργώντας τον Αχελώο, εξ ου και η ονομασία του Τρία Ποτάμια. Είναι μια περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, πλούσια σε χλωρίδα και πανίδα, η οποία απέχει 83 χιλιόμετρα από τα Τρίκαλα, μέσω Πύλης, και 50 από την Καλαμπάκα. Δίπλα στο ποτάμι υπάρχει χώρος αναψυχής ιδανικός για χαλάρωμα υπό τους ήχους των αηδονιών.

Επιπλέον, εδώ βρίσκεται το Κέντρο Περιβαλλοντικής Ενημέρωσης το οποίο διαθέτει μακέτα καταδεικνύοντας τα σημεία ενδιαφέροντος όπως, μνημεία, εκκλησίες, γεφύρια και βιότοπους, καθώς και λεπτομερείς χάρτες και μπροσούρες της περιοχής. Επίσης, υπάρχει μια μικρή έκθεση με διάφορα παραδοσιακά αντικείμενα και σύνεργα παρουσιάζοντας τη ζωή των κατοίκων προηγούμενων δεκαετιών. Τέλος, στις ίδιες εγκαταστάσεις λειτουργεί μια αίθουσα συνεδριάσεων χωρητικότητας 350 ατόμων.

 

Δρακόλιμνη Βερλίγκα

Καθώς η Νότια Πίνδος καλωσορίζει την άνοιξη, το χιόνι λιώνει γύρω από τη δρακόλιμνη Βερλίγκα σχηματίζοντας ένα μοναδικό μωσαϊκό περιμετρικά από τα γαλήνια νερά της. Είναι η ώρα για να ξυπνήσει ο δράκος από τη χειμέρια νάρκη του.

Η Βερλίγκα είναι η Τρίτη δρακόλιμνη της οροσειράς της Πίνδου, αφού υπάρχουν άλλες δύο στην περιοχή της Βόρειας Πίνδου εκτός του νομού Τρικάλων. Πρόκειται για μια σχεδόν κυκλική λίμνη, η οποία χαρακτηρίζεται από το φαινόμενο να στραγγίζει τα νερά της δημιουργώντας χοάνη γι’ αυτό και οι Βλάχοι την ονόμασαν Βερλίγκα που στα βλάχικα σημαίνει στριφογύρισμα. Πλέον, η λίμνη διατηρεί τα νερά της μόνο το χειμώνα εξαιτίας των κλιματικών αλλαγών. Οι δρακόλιμνες στα Ελληνικά βουνά είναι ένα γεωλογικό φαινόμενο της εποχής των παγετώνων.

Σύμφωνα με την παράδοση, υπήρχαν τρεις δράκοι που ζούσαν σε καθεμιά από τις τρεις δρακόλιμνες της Πίνδου οι οποίοι μάλωναν μεταξύ τους πετώντας τεράστιες πέτρες από το ένα βουνό στο άλλο και εξαιτίας τους ονομάστηκαν δρακόλιμνες. Οι ντόπιοι την αποκαλούν καρβελού επειδή, όπως λέγεται, όσα καρβέλια ψωμί και να φάει κάποιος θα τα χωνέψει αμέσως αν πιει νερό από τη λίμνη. Βρίσκεται σε ένα οροπέδιο στο όρος Λάκμος (Περιστέρι) κοντά στο Χαλίκι.

 

Πηγές του Αχελώου

Ο πηγές του Αχελώου φωλιάζουν σε μια όμορφη τοποθεσία στο όρος Λάκμος (Περιστέρι) κοντά στο Χαλίκι. Τα νερά του ποταμού, κατεβαίνοντας το βουνό, σχηματίζουν μια σειρά από καταρράκτες, κάποιοι από τους οποίους ξεπερνάνε τα 5 μέτρα ύψος, δημιουργώντας ένα όμορφο θέαμα. Είναι εύκολα προσβάσιμες ακολουθώντας τον δρόμο που οδηγεί στο Μέτσοβο.

 

Μαντάνι του Δαίμονα

Πρόκειται για τον εντυπωσιακότερο καταρράκτη της περιοχής, ύψους 15 μέτρων, κρυμμένο βαθειά στην καρδιά ενός φαραγγιού σε υψόμετρο 1000 μέτρων, στη σκιά της Κουρούνας (1988 μ.). Βρίσκεται σε μια όμορφη τοποθεσία έξω από το χωριό Τζιούρτζια και είναι προσβάσιμος, μετά από πορεία 2 ωρών, από μονοπάτι που ξεκινάει από το ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου και στη συνέχεια διασχίζει τη γέφυρα.

 

Τα λαογραφικά μουσεία

Τα παλιά σχολεία στα χωριά Χαλίκι, Κρανιά και Ανθούσα έχουν ανακαινισθεί και διαμορφωθεί και λειτουργούν ως λαογραφικά μουσεία. Στεγάζουν μια μεγάλη έκθεση από παλιά είδη οικιακής χρήσης και συσκευές, ξύλινους αργαλειούς, παλιά εργαλεία, παραδοσιακά σκεύη μαγειρικής, παραδοσιακά ενδύματα, κειμήλια, παλιά όπλα καθώς και ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

 

 

Υπαίθριες δραστηριότητες

Τα αφρισμένα νερά του Ασπροποτάμου είναι ιδανικά για ράφτινγκ και κανό-καγιάκ ενώ, το ψάρεμα πέστροφας είναι εφικτό κατά μήκους ολόκληρου του ποταμού. Επίσης, το κολύμπι στα κρυστάλλινα νερά του μπορεί να αποτελέσει μια μοναδική εμπειρία. Επιπλέον, το πεδίο προσφέρεται για πεζοπορία σε ένα μεγάλο δίκτυο μονοπατιών, ορειβασία στις επιβλητικές κορυφές, ορεινή ποδηλασία και κυνήγι. Στην περιοχή λειτουργούν γραφεία με έμπειρους οδηγούς, εξειδικευμένα στην οργάνωση υπαίθριων δραστηριοτήτων.

 

 

Τοπικά προϊόντα

Η περιοχή προσφέρει μια μεγάλη ποικιλία από αγαθά και παραδοσιακά είδη, τα οποία παράγονται είτε με αγνά υλικά σύμφωνα με τις αυθεντικές συνταγές των παππούδων, είτε από την ίδια τη φύση. Πρόκειται για γαλακτοκομικά προϊόντα όπως, φέτα, μυζήθρα, γιαούρτι, ξινόγαλο και βούτυρο, κρέατα εκλεκτής ποιότητας και παραδοσιακές πίτες. Επιπλέον, διατίθενται προϊόντα όπως αγνό μέλι, σπιτική μαρμελάδα, γλυκά κουταλιού, τραχανάς, πλιγούρι, λικέρ, βότανα, αποξηραμένα αγριολούλουδα, ξύλινα σκαλιστά χειροτεχνήματα και υφαντά.

 

Προτάσεις

Διαμονή Φαγητό Καφές, Brunch, Ποτό Αγορές Δραστηριότητες