Υδροκίνηση

 

Πηγή ζωής, το νερό είναι ένα από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την περιοχή των Τρικάλων. Ένα από τα «τρία καλά» για τα οποία είναι γνωστή η περιοχή, σύμφωνα με μια διαφορετική ετυμολογική προσέγγιση του ονόματος της πόλης και κατ’ επέκταση του νομού. Φυσική λεκάνη συγκέντρωσης όλου του υδάτινου όγκου που προέρχεται από την οροσειρά της Πίνδου, η περιοχή αριθμεί εκατοντάδες χείμαρρους, δεκάδες παραπόταμους και τέσσερα μεγάλα ποτάμια. Το νερό είναι το στοιχείο που συνέβαλε δραματικά στις μορφολογικές και κλιματολογικές αλλαγές της περιοχής, ενώ βοήθησε στην οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική και βιομηχανική ανάπτυξή της.


Η «αρχή του κόσμου» βρίσκει το νομό Τρικάλων κομμάτι του βυθού μιας λίμνης που σχηματίζεται από τα νερά που πηγάζουν στην Πίνδο. Για χιλιάδες χρόνια, κοσμογονικές αλλαγές, ιστορικά γεγονότα και μύθοι πλέκουν το γαϊτανάκι της εξέλιξης της περιοχής στη σημερινή της μορφή, με τον εύφορο κάμπο, τις ψηλές κορυφές, τις απόκρημνες χαράδρες, τα γάργαρα νερά και φυσικά τα μοναδικής ομορφιάς Μετέωρα.

Ανά τους αιώνες, με σημείο αναφοράς τις πηγές νερού και τα ποτάμια, κτίστηκαν χωριά και πόλεις που χάρη στη ζωογόνο δύναμή του άκμασαν. Κοντά σε πηγές και στις όχθες του Ληθαίου, σύμφωνα με ιστορικές πηγές και μυθολογικές αναφορές, θεράπευε τους ασθενείς ο θεός της ιατρικής Ασκληπιός τονίζοντας τη σημασία του νερού για την υγεία του ανθρώπου. Άλλωστε ο Ληθαίος ποταμός λέγεται πως οφείλει το όνομά του στην επικράτηση της αρχαίας παράδοσης κατά την οποία τα νερά του, καθώς και των άπειρων πηγών του, είχαν θεραπευτικές ιδιότητες και έφερναν ανακούφιση και «λήθη» στους πόνους των ασθενών.


Σύντομα κοντά στις πηγές και στις όχθες των ποταμών έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτοι νερόμυλοι και τα υδροτριβεία που εκμεταλλεύτηκαν την ενέργεια των ορμητικών νερών της περιοχής. Αποτέλεσαν επί σειρά αιώνων τις πρώτες οικογενειακές βιομηχανικές μονάδες που επέτρεπαν στα μικρά χωριά να λειτουργούν ως αυτόνομες μικρές οικονομικές και κοινωνικές οντότητες, αξιοποιώντας τις φυσικές πηγές ενέργειας, θεμέλιοι λίθοι στην επιβίωση και κατ’ επέκταση στην τοπική ανάπτυξη. Οι πρώτοι νερόμυλοι κατασκευάστηκαν για την εξυπηρέτηση των αναγκών της περιοχής. Χτίστηκαν σε κομβικά σημεία που αποτελούσαν πέρασμα από τον κάμπο προς τα ορεινά, από τα αστικά κέντρα προς τα χωριά, από τα χειμαδιά στα καλοκαιρινά βοσκοτόπια.

Ο νερόμυλος είναι η πρώτη μηχανή παραγωγής έργου που κατασκεύασε ο άνθρωπος με τη χρήση φυσικής πηγής ενέργειας που ήρθε να αντικαταστήσει τους μέχρι τότε χρησιμοποιούμενους χειρόμυλους ή ζωόμυλους. Η λειτουργία του στηριζόταν στην δυναμική ενέργεια για την περιστροφή της φτερωτής που προέρχονταν από την πτώση του νερού και η οποία μεταφερόταν στις μυλόπετρες. Η περιστροφική τους κίνηση σε πολύ κοντινή απόσταση έσπαζε τον σπόρο και τον μετέτρεπε σε αλεύρι. Με τον τρόπο αυτό οι πρώτες ύλες όπως σπόροι σιταριού και καλαμποκιού, μετατρέπονταν σε αλεύρι για τις διατροφικές ανάγκες των ανθρώπων. Τον έλεγχο της σωστής λειτουργίας του νερόμυλου καθώς και του επιθυμητού αποτελέσματος στο αλεύρι είχε ο μυλωνάς.


Οι νερόμυλοι από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής τους έως και σήμερα, είναι άμεσα συνδεδεμένοι με την κοινωνική ζωή κάθε περιοχής. Ήταν το σημείο συνάντησης των ανθρώπων που κατοικούσαν στα γύρω χωριά και τόπος συζητήσεων πάσης φύσεως, μεταξύ αυτών και όλων των επίκαιρων κοινωνικών θεμάτων.

Ταυτόχρονα, και σχεδόν πάντα δίπλα ή κοντά στους νερόμυλους, έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα υδροτριβεία τα οποία αποτελούνταν από τη νεροτριβή (ντριστέλα) και το μαντάνι.

Η νεροτριβή ήταν ένα βιολογικό πλυντήριο η λειτουργία του οποίου στηριζόταν αποκλειστικά στη δύναμη του νερού, αφού δεν χρησιμοποιούνταν απορρυπαντικά. Το νερό μεταφέρονταν μέσα από αυλάκια σε ειδικά διαμορφωμένους όρθιους σωλήνες, όπου από ύψος έπεφτε σε μεγάλους κάδους σε σχήμα χωνιού. Η ορμή του νερού που δημιουργούσε στροβίλους ήταν αρκετή για να καθαρίσει σε βάθος της φλοκάτες, τα κιλίμια, τις κουβέρτες και τα σκουτιά. Πρόκειται για εργασία κοπιαστική που απαιτούσε καλή φυσική κατάσταση και μυϊκή δύναμη. Ακολουθούσε το στέγνωμα και η αποθήκευση ώστε καθαρά να χρησιμοποιηθούν τους κρύους χειμωνιάτικους μήνες.


Το μαντάνι ήταν μια ξύλινη κατασκευή για την τελική επεξεργασία των μάλλινων υφαντών. Η λειτουργία του βασιζόταν στην περιστροφική κίνηση του εκκεντροφόρου, από τη δύναμη του νερού, θέτοντας τέσσερα μεγάλα ξύλινα σφυριά σε διαδοχική παλινδρομική κίνηση τεσσάρων χρόνων. Στην άκρη του συστήματος υπήρχε ξύλινη βάση στην οποία τοποθετούνταν τα υφαντά και δέχονταν τα αλλεπάλληλα χτυπήματα των σφυριών, ενώ ταυτόχρονα βρέχονταν με τρεχούμενο νερό. Η τριβή των νημάτων που προκαλούνταν από την κρούση σε συνδυασμό με  τη χαμηλή θερμοκρασία που αναπτυσσόταν από το κρύο νερό είχε ως αποτέλεσμα το υφαντό να γίνεται πιο μεστό, σφιχτοδεμένο στην υφή, πιο απαλό στην αφή και μερικώς αδιάβροχο.


Παραδοσιακά, η λειτουργία των υδροτριβείων ξεκινούσε στις αρχές του καλοκαιριού και διαρκούσε μέχρι το τέλος του. Κάθε οικογένεια, μια φορά το χρόνο, μετέφερε τα υφαντά και τις φλοκάτες της φορτωμένα σε άλογα και αφού ολοκληρωνόταν η διαδικασία της πλύσης και του στεγνώματος, έπαιρναν το δρόμο της επιστροφής. Καθήκον κάθε καλής νοικοκυράς, υποχρέωση κάθε καλού νοικοκύρη, απαραίτητη προϋπόθεση για το ξεκίνημα της χειμερινής περιόδου.

Με το πέρασμα του χρόνου όμως και την ανάπτυξη της υφαντουργίας οι παραδοσιακές χειροποίητες φλοκάτες και τα κιλίμια αντικαταστάθηκαν από τα παπλώματα και τα χαλιά και τα παραδοσιακά υδροτριβεία από τα σύγχρονα ταπητοκαθαριστήρια. Παρ’ όλα αυτά, η ελληνική ύπαιθρος και ιδιαίτερα η τρικαλινή επαρχία εξακολουθεί να αντιστέκεται με αποτέλεσμα ακόμη και σήμερα αρκετά υδροτριβεία να λειτουργούν και να εξυπηρετούν όλους όσους επιμένουν στην διατήρηση της παράδοσης, δίνοντάς τους την ευκαιρία για ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο.